Βγαίνει στο πρωινό τυλιγμένη ρούχα, μόνο τα μάτια είναι γυμνά, μια τουαρέγκ στην έρημο της πολυκατοικίας, σκληρή αντανάκλαση από ένα φως μακρινό χτυπάει το γυαλί του δρόμου μπροστά της, υπερμεγέθη πριόνια κρεμασμένα στο λευκό φόντο παίζουν την μουσική του πάγου. Τζίγκλ μπελς τζίγκλ μπελς. Άλλοι τουαρέγκ περνάν δίπλα με
1. Ήταν γύρω στα δέκα όταν εμφανίστηκαν αυτοί οι άνθρωποι ξαφνικά στη ζωή της. Είχαν έρθει από ένα τόπο που λεγόταν εξορία, μια λέξη που δεν ήξερε αυτή τι ακριβώς ήταν, στην μετεμφυλιακή δικτατορική επαρχία που μεγάλωνε, ήταν ένας μυστήριος τόπος, όπως μυστήριο ήταν που οι γονείς της, δημόσιοι
Βγαίνω να ποτίσω τα λουλούδια και παίζω θέατρο, παριστάνω ότι, ότι είναι μια μέρα σαν όλες τις άλλες, μια κάθε μέρα, που είναι αλήθεια μια μέρα σαν κάθε μέρα, κάθε μέρα σαν όλες τις μέρες που δεν είσαι εδώ, εδώ και δέκα χρόνια, είκοσι μέρες, και κάτι βουνά ανάμεσα
Ο τόπος σκληρός, γεννούσε πέτρες, ανάμεσα βάτα, αγκάθια, πέτρες ξανά, πέτρινα πρόσωπα, γκρίζο φως, σκληρά χέρια από τότε που ξύπνησα μέσα τους για πρώτη φορά ή όχι, πάντα βιάζονταν να φύγουν, πάντα κάτι άλλο είχαν να κάνουν. Ήταν αδέρφια δίπλα μου, αυτό ήταν τ’ όνομά τους και δεν θυμάμαι
Top