Τελευταία φορά την είδαν να κάθεται στο πλατύσκαλο μπροστά στην εξώπορτα. Ήταν μεσημέρι φθινόπωρου, ένας ήλιος γλυκός παρηγορούσε όλα τα λουλούδια που γέρναν απ’ το βάρος του επερχόμενου, αλλά αυτή ήταν κάπως, το βλέμμα χαμένο και μουρμούριζε κάτι μυστήρια «καλά η καρδιά, αλλά το κεφάλι όταν πονάει ψηλώνει; Γιατί
Σηκώθηκε με το πρώτο φως. Εκείνη κοιμόταν ακόμα, μέχρι που ένιωσε να λείπει η ζεστασιά του κορμιού δίπλα της και ξύπνησε. Τον βρήκε να κάθεται σταυροπόδι στην κουπαστή της βεράντας προς την ανατολή. Πήγε και κάθισε δίπλα του. Όλα ήσυχα γύρω, σαν κρατημένη ανάσα, σαν μια στιγμή πριν τη
Βγαίνει στο πρωινό τυλιγμένη ρούχα, μόνο τα μάτια είναι γυμνά, μια τουαρέγκ στην έρημο της πολυκατοικίας, σκληρή αντανάκλαση από ένα φως μακρινό χτυπάει το γυαλί του δρόμου μπροστά της, υπερμεγέθη πριόνια κρεμασμένα στο λευκό φόντο παίζουν την μουσική του πάγου. Τζίγκλ μπελς τζίγκλ μπελς. Άλλοι τουαρέγκ περνάν δίπλα με
1. Ήταν γύρω στα δέκα όταν εμφανίστηκαν αυτοί οι άνθρωποι ξαφνικά στη ζωή της. Είχαν έρθει από ένα τόπο που λεγόταν εξορία, μια λέξη που δεν ήξερε αυτή τι ακριβώς ήταν, στην μετεμφυλιακή δικτατορική επαρχία που μεγάλωνε, ήταν ένας μυστήριος τόπος, όπως μυστήριο ήταν που οι γονείς της, δημόσιοι
Top